Οι Αμερικανοί Πιστεύουν Ότι Η Αγορά Εργασίας Θα Χειροτερέψει
Μεγάλες εταιρείες προχωρούν σε απολύσεις και ακόμη και οι εργαζόμενοι με σταθερή δουλειά ανησυχούν.

Η ανεργία παραμένει χαμηλή, το χρηματιστήριο είναι υψηλό και η κατανάλωση των νοικοκυριών κινείται σε ικανοποιητικά επίπεδα. Όμως, όταν ρωτάς τους Αμερικανούς πώς νιώθουν για την οικονομία, η εικόνα που δίνουν μοιάζει σαν να υπάρχει ύφεση.
Αυτό έχει σημασία, πρώτον γιατί όταν αλλάζει η ψυχολογία των πολιτών, αλλάζει και η συμπεριφορά τους, κάτι που μπορεί να επιβραδύνει πραγματικά την οικονομία. Και δεύτερον, γιατί κάποιες φορές οι ανησυχίες αυτές αντανακλούν πραγματικά προβλήματα που δεν έχουν φανεί ακόμη στα επίσημα στοιχεία.
Από τη δεκαετία του 1960, οι οικονομολόγοι ρωτούν τους Αμερικανούς αν πιστεύουν ότι η ανεργία θα ανέβει ή θα πέσει μέσα στον επόμενο χρόνο. Εδώ και περίπου έναν χρόνο, οι προσδοκίες για την ανεργία βρίσκονται σε επίπεδα που στο παρελθόν εμφανίζονταν μόνο σε περιόδους ύφεσης.
Στην πόλη Μπόιζι του Αϊντάχο, ο Άντριου Μόρστατ, που διαχειρίζεται έναν χώρο coworking, έχει δει γύρω του αρκετές αρνητικές εξελίξεις: ένας μηχανικός της Amazon απολύθηκε, ενώ άλλοι φοβούνται ότι μπορεί να είναι οι επόμενοι.
Ο ίδιος έχει ακόμη δουλειά, αλλά βλέπει σημάδια ανησυχίας. «Πιστεύω ότι η οικονομία θα δεχτεί πλήγμα σύντομα», λέει. «Αν αφαιρέσεις τους υψηλόμισθους από την οικονομία, χάνεις και μεγάλο μέρος των φορολογικών εσόδων».
Οι πελάτες του έχουν αρχίσει να περιορίζουν τα έξοδά τους, και το ίδιο κάνει και ο ίδιος: ενώ συνήθως έβγαινε για φαγητό και ποτό δύο με τρεις φορές την εβδομάδα, τώρα έχει μειώσει τις εξόδους του. Παρά τη φαινομενικά καλή εικόνα της οικονομίας, προβλέπει ότι οι μαζικές απολύσεις θα πιέσουν έντονα την αγορά εργασίας τους επόμενους μήνες.
Παράλληλα, έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν έδειξε ότι το καταναλωτικό κλίμα έπεσε τον Απρίλιο στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 70 ετών, με τους πολίτες να ανησυχούν τόσο για τον πληθωρισμό όσο και για την αγορά εργασίας, ανεξάρτητα από ηλικία, εισόδημα ή πολιτικές πεποιθήσεις.
«Οι καταναλωτές συνεχίζουν να ανησυχούν έντονα για την πορεία του πληθωρισμού και μέσα στον τελευταίο χρόνο έχει υπάρξει σημαντική επιδείνωση στις προσδοκίες για την αγορά εργασίας», ανέφερε η υπεύθυνη της έρευνας.

Η αρνητική διάθεση είναι σε μεγάλο βαθμό κατανοητή. Ο πόλεμος με το Ιράν έχει οδηγήσει σε άνοδο των τιμών της βενζίνης. Οι απότομες αλλαγές στους δασμούς επιβαρύνουν τις μικρές επιχειρήσεις. Και η αγορά εργασίας, αν και σε γενικές γραμμές παραμένει υγιής, έχει αρκετές περιπτώσεις γνωστών απολύσεων που δημιουργούν ανησυχία.
Παρόλα αυτά, αυτή η απαισιόδοξη εικόνα έρχεται σε αντίθεση με άλλα οικονομικά στοιχεία αυτής της εβδομάδας, τα οποία δείχνουν ότι η οικονομία απέχει πολύ από το να βρίσκεται σε ύφεση.
Την Τρίτη, το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι οι λιανικές πωλήσεις παρέμειναν ισχυρές τον Μάρτιο, ακόμη και μετά την προσαρμογή για τις υψηλές τιμές της βενζίνης. Την Πέμπτη, το Υπουργείο Εργασίας ανέφερε ότι οι αιτήσεις για επίδομα ανεργίας παραμένουν χαμηλές. Την ίδια ώρα, το χρηματιστήριο κινείται κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Δεν είναι μόνο η έρευνα του Μίσιγκαν που δείχνει κακή ψυχολογία. Οι μετρήσεις του Μαρτίου από τη Fed της Νέας Υόρκης και το Conference Board έδειξαν επίσης ότι οι καταναλωτές είναι αρκετά αρνητικά διακείμενοι για την οικονομία. Σε δημοσκόπηση του Associated Press και του NORC, το 73% των Αμερικανών δήλωσε ότι θεωρεί πως η οικονομία πηγαίνει άσχημα.
Αν και οι τιμές της βενζίνης έχουν υπάρξει υψηλότερες στο παρελθόν — ειδικά αν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός — η απότομη άνοδος του Μαρτίου ήταν πρωτοφανής, τόσο σε απόλυτα νούμερα όσο και σε ποσοστιαία αύξηση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
Το βάρος της ακριβής βενζίνης είναι πραγματικό, ειδικά για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Επειδή όμως η βενζίνη είναι ένα προϊόν που αγοράζεται συχνά και οι τιμές της είναι πολύ ορατές, επηρεάζει δυσανάλογα την ψυχολογία των καταναλωτών.

Παρόμοια δυσαρέσκεια για τον εκτοξευμένο πληθωρισμό κατά την περίοδο της κυβέρνησης Μπάιντεν είχε συμβάλει στο να επιστρέψει ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Οι Ρεπουμπλικανοί σήμερα ανησυχούν ότι το αρνητικό κλίμα —ακόμη και ανάμεσα σε ανθρώπους με σταθερή εργασία και υψηλά εισοδήματα— μπορεί να τους κοστίσει στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές.
Η Ρόζαλιν Ρουίζ, που εργάζεται στο τμήμα ιατρικής χρέωσης του Πανεπιστημίου του Οχάιο, ζει ανάμεσα σε δύο διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες. Από τη μία, έχει μια σταθερή δουλειά σε μια αναπτυσσόμενη πόλη.
Από την άλλη, η καθημερινότητά της έχει γίνει πολύ πιο δύσκολη οικονομικά. Ως ανύπαντρη μητέρα, έχει κόψει τα εβδομαδιαία γεύματα από fast food και προσπαθεί να βρίσκει κουπόνια για να μειώσει τα έξοδα. Τα παιδιά της, 20 και 24 ετών, δυσκολεύονται να βρουν δουλειά, και το ένα έχει επιστρέψει στο οικογενειακό σπίτι. «Δεν ξοδεύω σε τίποτα περιττό», λέει. «Μόνο για φαγητό, βενζίνη και τα κατοικίδια».
Παρότι δεν φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά της, βλέπει το μέλλον των παιδιών της με απαισιοδοξία. «Ή δουλειά σε fast food ή να γεμίζεις κούτες», λέει χαρακτηριστικά.
Μια οικογένεια που νιώθει ανασφάλεια για το μέλλον είναι πιθανό να σκεφτεί δύο φορές πριν αγοράσει σπίτι ή ξεκινήσει μια μικρή επιχείρηση. Μια εταιρεία μπορεί να παγώσει τις προσλήψεις. Και αν αρκετοί άνθρωποι κάνουν το ίδιο, αυτό μπορεί να επηρεάσει συνολικά την οικονομία.
Ωστόσο, η ψυχολογία των πολιτών δεν συμβαδίζει πάντα με τη συμπεριφορά τους. Τον Ιούνιο του 2022, ενώ ο πληθωρισμός εκτοξευόταν και η καταναλωτική εμπιστοσύνη έπεφτε σε ιστορικά χαμηλά, οι καταναλωτικές δαπάνες συνέχιζαν να αυξάνονται και η αγορά εργασίας δημιουργούσε θέσεις με γρήγορο ρυθμό.
Αυτό που είναι διαφορετικό σήμερα είναι η πολύ πιο αρνητική εικόνα για την αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του Μίσιγκαν, το 64% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η ανεργία θα είναι υψηλότερη σε έναν χρόνο, ποσοστό που αυξάνεται και πλησιάζει τα επίπεδα του Νοεμβρίου. Τον Ιούνιο του 2022 ήταν μόλις 32%.
Ποτέ στο παρελθόν το ποσοστό όσων προβλέπουν αύξηση της ανεργίας δεν είχε φτάσει τόσο ψηλά χωρίς η οικονομία να βρίσκεται σε ύφεση.

Οι κακές εκτιμήσεις για την αγορά εργασίας φαίνονται και αλλού. Οι προσδοκίες για την ανεργία στη έρευνα της Fed της Νέας Υόρκης παραμένουν αυξημένες, όπως και το ποσοστό των ανθρώπων που θεωρούν ότι οι δουλειές είναι «δύσκολο να βρεθούν» σε σχέση με το «υπάρχουν πολλές» στην έρευνα του Conference Board. Παράλληλα, μια τριμηνιαία έρευνα σε επαγγελματίες στις ΗΠΑ μέσω του LinkedIn δείχνει ότι οι εργαζόμενοι έχουν αρνητική εικόνα για την αγορά εργασίας εδώ και έναν χρόνο.
«Η εμπιστοσύνη των εργαζομένων είναι πολύ χαμηλή και βρίσκεται εκεί για αρκετό καιρό», λέει ο Κόρι Καντένγκα, επικεφαλής οικονομικών του LinkedIn για την Αμερική.
Σε έναν βαθμό, αυτές οι χαμηλές αξιολογήσεις μπορεί να αντανακλούν μια περίεργη ισορροπία στην αγορά εργασίας, με πολύ λίγες προσλήψεις και απολύσεις, περιορισμούς στη μετανάστευση που μειώνουν την προσφορά εργατικού δυναμικού και μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από την επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης.
Παρότι υπάρχουν κάποιες ηχηρές ανακοινώσεις απολύσεων —όπως από τη Nike και τη Meta Platforms— συνολικά οι απολύσεις παραμένουν σχετικά χαμηλές, σύμφωνα με τα εβδομαδιαία στοιχεία αιτήσεων ανεργίας και τα επίσημα δεδομένα του Υπουργείου Εργασίας.
Ωστόσο, οι προσλήψεις είναι επίσης πολύ περιορισμένες, με αποτέλεσμα όσοι ψάχνουν δουλειά να δυσκολεύονται να βρουν. Αυτό επηρεάζει την εικόνα που έχουν οι ίδιοι οι άνεργοι αλλά και το περιβάλλον τους. Μπορεί επίσης να αποτελεί και πρώιμο σημάδι για το τι έρχεται, αφού οι άνθρωποι που ζουν σε περιοχές με επερχόμενες απολύσεις συχνά το αντιλαμβάνονται πριν φανεί στα επίσημα στοιχεία.
Ο Τάι Λίτλφιλντ, 35χρονος προγραμματιστής στο Ντένβερ, βλέπει στο LinkedIn πολλούς ανθρώπους που απολύθηκαν πριν έναν χρόνο και ακόμα δεν έχουν βρει δουλειά.
Λέει ότι στον κλάδο του έχουν γίνει «ρεκόρ» απολύσεων το τελευταίο διάστημα και ότι πολλοί συνδυάζουν πλέον δύο ή περισσότερες μερικής απασχόλησης δουλειές για να τα βγάλουν πέρα.
Παρότι έχει δουλειά, νιώθει ανασφάλεια. Είναι τυφλός, κάτι που όπως λέει κάνει ακόμα πιο δύσκολη την εύρεση νέας θέσης αν χάσει την τωρινή του εργασία.
«Φοβάμαι πολύ για την οικονομία αυτή τη στιγμή», λέει. «Οι απολύσεις παλιότερα θεωρούνταν μια ευκαιρία να πάρεις μια ανάσα και να ανασυνταχθείς. Πλέον δεν είμαστε εκεί».
