Τι Στηρίζει Την Παγκόσμια Οικονομία Στην Ενεργειακή Κρίση
Τα αποθέματα πετρελαίου, η μεγάλη πρόοδος στην ενεργειακή αποδοτικότητα και η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης έχουν βοηθήσει ώστε η οικονομία να μην πέσει σε ύφεση, τουλάχιστον προς το παρόν.

Μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της πιο σοβαρής ενεργειακής κρίσης από τη δεκαετία του 1970 είναι το πόσο ανθεκτική έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής η παγκόσμια οικονομία.
Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ έχει αφαιρέσει περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα από την παγκόσμια προσφορά ενέργειας. Έχουν σημειωθεί διακοπές ρεύματος σε χώρες όπως το Πακιστάν, οι Φιλιππίνες έχουν επιβάλει τετραήμερη εργάσιμη εβδομάδα, ενώ χώρες όπως η Σλοβενία και το Μπανγκλαντές έχουν περιορίσει την κατανάλωση καυσίμων. Ο κίνδυνος ύφεσης αυξάνεται όσο παραμένει κλειστό το πέρασμα. Η τιμή του πετρελαίου Brent έχει ανέβει πάνω από 50% από τότε.
Παρόλα αυτά, μέσα σε αυτούς τους δύο μήνες από το κλείσιμο του στενού από το Ιράν, πολλές μεγάλες οικονομίες συνεχίζουν να αντέχουν, σε αντίθεση με τις γρήγορες κρίσεις που είχαν προκληθεί στις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και του 1990. Τα χρηματιστήρια μάλιστα κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Αυτή η αντοχή οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες: στα επαρκή ενεργειακά αποθέματα, σε πολιτικές στήριξης των καταναλωτών, αλλά και στην άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης που ενισχύει το εμπόριο και τις επενδύσεις, κυρίως στις ΗΠΑ αλλά και διεθνώς.
Επίσης, δείχνει μια σημαντική αλλά συχνά παραγνωρισμένη αλλαγή στην παγκόσμια οικονομία: οι χώρες έχουν γίνει πολύ πιο ενεργειακά αποδοτικές. Δηλαδή, παράγουν περισσότερη οικονομική δραστηριότητα χρησιμοποιώντας λιγότερη ενέργεια. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, η ενέργεια που χρειάζεται για να παραχθεί 1 δολάριο ΑΕΠ έχει μειωθεί από το 2000 περίπου κατά 1/3 στις ΗΠΑ και την Ευρώπη και κατά περίπου 40% στην Κίνα.

Η καλύτερη ενεργειακή αποδοτικότητα «αμβλύνει το σοκ» από τις διαταραχές στην προσφορά ενέργειας, δήλωσε τον Απρίλιο η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα.
Δείχνοντας την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι αν οι ροές ενέργειας μέσω του στενού αποκατασταθούν μέχρι τα μέσα του έτους, η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί μόνο ελαφρώς, γύρω στο 3,1% φέτος, από 3,4% πέρυσι.
Βέβαια, μια πιο σοβαρή δοκιμασία για την παγκόσμια οικονομία θα έρθει αν η σύγκρουση συνεχιστεί και το στενό παραμείνει κλειστό. Η εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν κρατά προς το παρόν, αλλά δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία για το άνοιγμα του περάσματος, το οποίο επηρεάζεται και από αμερικανικό αποκλεισμό που στοχεύει να περιορίσει το εμπόριο του Ιράν.
Οι φτωχότερες χώρες, που δεν έχουν αποθέματα και δεν επωφελούνται από την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης, ήδη δυσκολεύονται. Οι ελλείψεις οδηγούν σε κλείσιμο εργοστασίων, ενώ οι υψηλές τιμές ενέργειας πιέζουν τους ήδη περιορισμένους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Αν το στενό παραμείνει κλειστό και τον επόμενο χρόνο, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι η παγκόσμια ανάπτυξη το 2026 μπορεί να πέσει γύρω στο 2%, φέρνοντας την παγκόσμια οικονομία πολύ κοντά σε ύφεση.

Όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε μια παρόμοια ενεργειακή κρίση το 2022, οι τιμές καταναλωτή ήδη αυξάνονταν έντονα στις μεγάλες οικονομίες, καθώς η ζήτηση ανέκαμπτε μετά την πανδημία και η προσφορά δεν επαρκούσε.
Οι κεντρικές τράπεζες τότε δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αυξήσουν γρήγορα τα επιτόκια. Αυτή τη φορά όμως, δεν αντιμετωπίζουν την ίδια πίεση από τον εγχώριο πληθωρισμό, ενώ αξιολογούν τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης. Έτσι, οι κεντρικές τράπεζες σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία διατήρησαν τα επιτόκια σταθερά αυτή την εβδομάδα, περιμένοντας να δουν πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση.
Όπως είπε ο Τζερόμ Πάουελ, πρόεδρος της Fed, «οι οικονομικές προοπτικές παραμένουν πολύ αβέβαιες και η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει αυτή την αβεβαιότητα».
Σε σχέση με το 2022, η κατάσταση σήμερα είναι πιο ήπια στην αρχή της κρίσης, σύμφωνα με τον Μανσούρ Μοχί-ουντίν από την Bank of Singapore. Επιπλέον, οι κρατικές δαπάνες για άμυνα και άλλες ανάγκες στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα όσο το στενό παραμένει κλειστό, αν και προειδοποιεί ότι οι υψηλότερες τιμές και οι ελλείψεις μπορεί να αρχίσουν να φαίνονται έντονα μέσα στις επόμενες εβδομάδες.
Από το κλείσιμο του στενού, οι κυβερνήσεις προσπαθούν να σταθεροποιήσουν την ενεργειακή αγορά και να περιορίσουν την άνοδο των τιμών για τους καταναλωτές.
Κομβικό ρόλο σε αυτό παίζουν τα μεγάλα αποθέματα ενέργειας. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα είχαν περίπου 200 ημέρες αποθεμάτων τον Ιανουάριο, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Η Ευρώπη είχε περίπου 130 ημέρες, ενώ τα αποθέματα της Κίνας εκτιμώνται αρκετά μεγάλα ώστε να καλύψουν περίπου 100 ημέρες κατανάλωσης.
Στην Ασία ειδικά, ένα ακόμη «αντίβαρο» στην ενεργειακή πίεση είναι οι ισχυρές εξαγωγές. Η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης έχει εκτοξεύσει τη ζήτηση στις ΗΠΑ και αλλού για μικροτσίπ, ηλεκτρονικά και μηχανήματα από την Ασία που χρησιμοποιούνται σε κέντρα δεδομένων.
Οι εξαγωγές από την Ιαπωνία ήταν 12% υψηλότερες τον Μάρτιο σε σχέση με έναν χρόνο πριν, στη Νότια Κορέα αυξήθηκαν σχεδόν 50%, ενώ στην Ταϊβάν εκτοξεύτηκαν κατά 68%.

«Η τεχνητή νοημοσύνη απλώς καλύπτει τις ρωγμές», είπε ο Στέφαν Άνγκρικ, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ιαπωνία και τις αναδυόμενες αγορές στη Moody’s Analytics στο Τόκιο.
Ένας βαθύτερος λόγος για την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας σε σχέση με προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις είναι η μεγαλύτερη ενεργειακή αποδοτικότητα. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν στραφεί περισσότερο σε υπηρεσίες που καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια, όπως τα χρηματοοικονομικά και η υγεία, αντί για πιο ενεργοβόρες δραστηριότητες όπως η βαριά βιομηχανία.
Σημαντικό ρόλο έχουν παίξει και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τόσο τα ηλιακά όσο και τα αιολικά συστήματα χάνουν λιγότερη ενέργεια ως θερμότητα σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα. Παράλληλα, οι ηλεκτρικές συσκευές έχουν γίνει πιο αποδοτικές και οι επιχειρήσεις έχουν βελτιώσει τις βιομηχανικές διαδικασίες ώστε να καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια.
Για παράδειγμα, ο γερμανικός βιομηχανικός κολοσσός Thyssenkrupp έχει μειώσει την κατανάλωση ενέργειας με μέτρα όπως η αξιοποίηση απορριπτόμενης θερμότητας, η μείωση διαρροών και η αντικατάσταση εξοπλισμού με πιο αποδοτικά συστήματα φωτισμού και μηχανημάτων.
Η γαλλική Saint-Gobain, εταιρεία στον τομέα των κατασκευών, ανέφερε ότι χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για να παρακολουθεί και να ρυθμίζει την κατανάλωση ενέργειας στους κλιβάνους υαλονημάτων, ενώ αντικαθιστά το φυσικό αέριο με πιο αποδοτικά καύσιμα όπως το υδρογόνο. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, τέτοιες πρακτικές μετά την κρίση του 2022 μείωσαν περίπου κατά ένα τρίτο τη μακροπρόθεσμη ζημιά στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Ωστόσο, με αυτή τη νέα ενεργειακή κρίση, ορισμένοι οικονομολόγοι ανησυχούν για το πόσα ακόμη σοκ μπορεί να αντέξει η παγκόσμια οικονομία. Οι επιπτώσεις από την πανδημία, την ενέργεια και τους δασμούς των ΗΠΑ δημιουργούν πιέσεις που μπορεί να διαρκέσουν περισσότερο από τις ίδιες τις κρίσεις, όπως χαμηλότερες επενδύσεις, πιο αδύναμη εμπιστοσύνη επιχειρήσεων και καταναλωτών και πιεσμένα δημόσια οικονομικά, λέει ο Αντίτια Ματού από την Παγκόσμια Τράπεζα.
«Υπάρχει μια διαδοχή σοκ», σημειώνει. Οι χώρες, ειδικά οι αναπτυσσόμενες, αντιμετωπίζουν δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο να δώσουν άμεση ανακούφιση σήμερα και να διασφαλίσουν την ανάπτυξη στο μέλλον.
