Οι Μεσίτες Εγκαταλείπουν Την Αγορά Κατοικίας Λόγω Χαμηλής Ζήτηση
Στον τέταρτο χρόνο μιας δύσκολης αγοράς, ακόμη και οι επαγγελματίες του real estate που κατάφεραν να αντέξουν μέχρι σήμερα φαίνεται πως φτάνουν στα όριά τους.

Η Κιμ Τέιλορ είχε επενδύσει ολόκληρη την επαγγελματική της πορεία στην αγορά κατοικίας.
Στα μέσα του 2023, η μεσίτρια ακινήτων ίδρυσε μαζί με τον σύζυγό της, Γκόρντον Τέιλορ, το δικό τους μεσιτικό γραφείο. Παρότι η αγορά στην περιοχή του Φορτ Γουόρθ στο Τέξας είχε ήδη αρχίσει να ηρεμεί μετά την έντονη δραστηριότητα της περιόδου της πανδημίας, οι δουλειές πήγαιναν καλά. Ξεκίνησαν με επτά συνεργάτες και σύντομα προσέλαβαν άλλους έξι.
Ωστόσο, το 2024 τα υψηλά επιτόκια των στεγαστικών δανείων και οι αυξημένες τιμές των ακινήτων άρχισαν να περιορίζουν τη ζήτηση, ενώ τα σπίτια έμεναν περισσότερο καιρό απούλητα στην αγορά. Οι περισσότεροι από τους συνεργάτες της αναγκάστηκαν να βρουν δεύτερη δουλειά ή ακόμη και πλήρη απασχόληση σε άλλους κλάδους για να τα βγάλουν πέρα. Ο σύζυγός της βρήκε εργασία σε σχολική περιφέρεια.
«Ήταν σαν να αιμορραγούμε συνεχώς», δήλωσε η Τέιλορ, η οποία εργάζεται στον χώρο των ακινήτων από το 2015. «Οι τελευταίοι 11 μήνες ήταν οι πιο δύσκολοι της καριέρας μου». Την άνοιξη έκλεισε το μεσιτικό της γραφείο και εντάχθηκε σε άλλη εταιρεία.
Η πιο αργή αγορά κατοικίας των τελευταίων δεκαετιών διανύει πλέον τον τέταρτο χρόνο της και ακόμη και οι επαγγελματίες που άντεξαν μέχρι σήμερα φαίνεται να φτάνουν στα όριά τους. Οι περισσότεροι αμείβονται μόνο όταν ολοκληρώνεται μια αγοραπωλησία, επομένως οι λιγότερες πωλήσεις και οι μεγαλύτεροι χρόνοι πώλησης των ακινήτων έχουν πιέσει σημαντικά τα εισοδήματά τους. Έτσι, πολλοί εγκαταλείπουν τον κλάδο ή αναζητούν δεύτερη εργασία.
Η κρίση δεν επηρεάζει μόνο τους μεσίτες. Πλήγμα δέχονται επίσης οι σύμβουλοι στεγαστικών δανείων και πολλοί άλλοι επαγγελματίες που εξαρτώνται από την αγορά κατοικίας, όπως εκτιμητές ακινήτων, φωτογράφοι και κατασκευαστές οικιακών συσκευών.

«Υπάρχουν πολλά κομμάτια που συνθέτουν μια αγοραπωλησία κατοικίας», λέει η Σέρι Λέιν, η οποία πουλά ασφαλιστήρια εγγύησης κατοικιών στο Τέξας. «Αν τα σπίτια δεν πωλούνται, αυτό επηρεάζει όλους μας». Η ίδια ανέφερε ότι οι πωλήσεις της έχουν μειωθεί σημαντικά σε σχέση με πριν από λίγα χρόνια.
Η αγορά κατοικίας κινείται παραδοσιακά σε κύκλους, με την απασχόληση να αυξάνεται στις περιόδους άνθησης και να μειώνεται στις περιόδους ύφεσης. Ωστόσο, η τρέχουσα επιβράδυνση διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ ό,τι περίμεναν οι περισσότεροι. Σύμφωνα με ανάλυση της First American Financial, οι πωλήσεις υφιστάμενων κατοικιών το 2024, σε σχέση με τον αριθμό των νοικοκυριών, ήταν οι χαμηλότερες από το 1982.
Οι μεσίτες ακινήτων αντιμετωπίζουν και άλλες προκλήσεις. Μια δικαστική συμφωνία το 2024, που άλλαξε τον τρόπο αμοιβής τους, οδήγησε ορισμένους αγοραστές να προχωρούν χωρίς τη βοήθεια μεσίτη. Παράλληλα, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει διευκολύνει όσους θέλουν να χειριστούν μόνοι τους τη διαδικασία αγοράς ή πώλησης ενός ακινήτου.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη για τις μικρότερες εταιρείες του κλάδου. Πολλές εξαγοράζονται από μεγαλύτερα μεσιτικά γραφεία, κατασκευαστικές εταιρείες ή δανειστές. Οι μεγαλύτεροι όμιλοι έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν σε καλύτερη τεχνολογία και να προσφέρουν περισσότερες υπηρεσίες, όπως τίτλους ιδιοκτησίας και υπηρεσίες μεσεγγύησης, λειτουργώντας ως «one-stop shop» για αγοραστές και πωλητές.
Η Εθνική Ένωση Μεσιτών των ΗΠΑ (NAR) είχε περίπου 1,4 εκατομμύρια μέλη τον Απρίλιο, από 1,6 εκατομμύρια που ήταν το υψηλό του Οκτωβρίου του 2022.
Παρόλα αυτά, ο επικεφαλής οικονομολόγος της NAR, Λόρενς Γιουν, σημειώνει ότι η μείωση των μελών είναι σχετικά μικρή σε σύγκριση με προηγούμενες υφέσεις της αγοράς. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτυπώνουν πλήρως την εικόνα, καθώς πολλοί επαγγελματίες διατηρούν ενεργή την άδειά τους ακόμη κι αν εργάζονται αλλού, ελπίζοντας ότι στο μέλλον θα παρουσιαστούν νέες ευκαιρίες.
Σύμφωνα με έρευνα της NAR για το 2025, μόλις το 71% των μεσιτών δήλωσε ότι η κτηματαγορά αποτελεί τη μοναδική επαγγελματική του δραστηριότητα, το χαμηλότερο ποσοστό από τότε που ξεκίνησε η καταγραφή των σχετικών στοιχείων το 2005.
«Πολλοί αναγκάστηκαν να βρουν δεύτερη πηγή εισοδήματος για να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους», δήλωσε ο Μαρκ Τζόνσον, διευθύνων σύμβουλος της συμβουλευτικής εταιρείας Recruiting Insight. Όπως εξηγεί, οι πιο επιτυχημένοι επαγγελματίες συνεχίζουν να τα πηγαίνουν καλά, όμως η κρίση στην αγορά κατοικίας έχει ουσιαστικά αποδυναμώσει τη μεσαία τάξη των επαγγελματιών του real estate.
Η μεγάλη άνοδος της αγοράς κατοικίας που ξεκίνησε το 2020 προσέλκυσε πολλούς νέους στον κλάδο. Όταν όμως η αγορά επιβραδύνθηκε, αρκετοί δυσκολεύτηκαν να επιβιώσουν επαγγελματικά.
Σύμφωνα με την έρευνα της NAR, ένας τυπικός μεσίτης με εμπειρία έως δύο ετών πραγματοποίησε μόλις τρεις συναλλαγές το 2024 και είχε ακαθάριστο εισόδημα περίπου 8.100 δολάρια. Αντίθετα, ο μέσος μεσίτης ανεξαρτήτως εμπειρίας ολοκλήρωσε δέκα συναλλαγές και είχε ακαθάριστο εισόδημα 58.100 δολάρια.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Έρικα Ρότζεκ από το Μέριλαντ. Απέκτησε άδεια μεσίτη το 2021, όταν η αγορά βρισκόταν σε άνθηση, και ολοκλήρωσε δύο συναλλαγές εκείνη τη χρονιά. Παράλληλα διατηρούσε τη βασική της εργασία σε εταιρεία κατασκευής επίπλων. Το 2022 και το 2023 έκλεισε τέσσερις συμφωνίες κάθε χρόνο, κερδίζοντας περίπου 45.000 δολάρια ετησίως από προμήθειες, πριν από φόρους και έξοδα.
Το 2024 όμως κατάφερε να ολοκληρώσει μόνο μία συναλλαγή. Όπως λέει, το επιπλέον εισόδημα δεν άξιζε πλέον το άγχος και τις απαιτήσεις της δουλειάς. Έτσι, στις αρχές του 2025 αποφάσισε να εγκαταλείψει τον κλάδο.
«Χρειάζονται πολλά χρήματα και πολλή ενέργεια απλώς για να παραμένεις ενεργός ως μεσίτης», ανέφερε, αναφερόμενη στα έξοδα αδειοδότησης, τις χρεώσεις των μεσιτικών γραφείων, το μάρκετινγκ και την επαγγελματική εκπαίδευση. «Όταν δεν κλείνεις συμφωνίες, γίνεται πραγματικά δύσκολο να συνεχίσεις».
Η κρίση επηρεάζει και τον κλάδο των στεγαστικών δανείων. Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η Ένωση Τραπεζών Στεγαστικής Χρηματοδότησης, η απασχόληση στον συγκεκριμένο τομέα έχει μειωθεί σχεδόν κατά 40% από το υψηλό του 2021.
Ο Γκαρθ Γκράχαμ της συμβουλευτικής εταιρείας Stratmor Group εκτιμά ότι ο αριθμός των πιο δραστήριων στελεχών που χορηγούν στεγαστικά δάνεια — όσων δηλαδή ολοκληρώνουν τουλάχιστον δέκα δανειακές συμφωνίες τον χρόνο — έχει μειωθεί περίπου στο μισό.
Ο Τρίσταν Χολτ ξεκίνησε να εργάζεται ως σύμβουλος στεγαστικών δανείων πέρυσι, όταν μετακόμισε στο Ντιτρόιτ, όμως δυσκολεύτηκε να βρει ρυθμό. Αν και ολοκλήρωσε μερικές συμφωνίες, περιγράφει την κατάσταση ως ιδιαίτερα δύσκολη.
«Είναι πραγματικά μια σκληρή αγορά», λέει. «Όταν ξέσπασε και η σύγκρουση με το Ιράν, σκέφτηκα ότι απλώς δεν υπήρχε αρκετή δουλειά εκεί έξω».
Τελικά παραιτήθηκε τον Απρίλιο και πλέον αναζητά εργασία στον τραπεζικό ή ασφαλιστικό κλάδο.
