Οι Κινεζικές Εξαγωγές Δοκιμάζουν Την Ευρώπη
Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναζητούν νέες εξουσίες που θα τους επιτρέψουν να απαντήσουν στην Κίνα, καθώς οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες δέχονται έντονη πίεση.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναζητούν νέες εξουσίες ώστε να μπορούν να απαντήσουν στην Κίνα, καθώς ένα κύμα φθηνών κινεζικών εξαγωγών πλήττει τις βιομηχανίες τους και εντείνει τη συζήτηση για το αν η Ευρώπη είναι έτοιμη για έναν εμπορικό πόλεμο με το Πεκίνο.
Όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι τα επιδοτούμενα κινεζικά προϊόντα και η χαμηλή αξία του νομίσματος της Κίνας δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο για την ευρωπαϊκή οικονομία. Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή αγορά γίνεται όλο και πιο σημαντική για την Κίνα, ειδικά μετά την επέκταση των αμερικανικών δασμών από τον Τραμπ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να αποκτήσει περισσότερες αρμοδιότητες ώστε να μπορεί να επιβάλλει μέτρα σε ολόκληρους κλάδους της οικονομίας, σύμφωνα με πηγές. Παράλληλα πιέζει τα κράτη-μέλη να χρησιμοποιήσουν πιο ενεργά τα υπάρχοντα εργαλεία εμπορικής άμυνας της ΕΕ.
Συζητούνται επίσης νέες νομικές δυνατότητες που θα επιτρέπουν γρήγορη αντίδραση όταν ένας κλάδος «πλημμυρίζει» από φθηνές εισαγωγές, χωρίς τις καθυστερήσεις που υπήρχαν μέχρι σήμερα λόγω διαφωνιών μεταξύ των χωρών.
Ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, Λικ Φρίντεν, δήλωσε σε σύνοδο κορυφής της ΕΕ ότι η Κίνα αποτελεί «υπαρξιακή απειλή για τις βιομηχανίες μας».
Ακόμη και η Γερμανία, που παραδοσιακά έχει στενούς εμπορικούς δεσμούς με την Κίνα, εμφανίζεται ανήσυχη. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς υποστήριξε ότι το κινεζικό νόμισμα είναι έως και 30% υποτιμημένο, κάτι που δημιουργεί «τεράστιο ανταγωνιστικό μειονέκτημα» για την Ευρώπη.
Για χρόνια η ΕΕ πίεζε την Κίνα να αλλάξει το μοντέλο ανάπτυξής της που βασίζεται στις εξαγωγές, ενώ η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προωθούσε τη στρατηγική «μείωσης ρίσκου» (derisking), δηλαδή τη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού και των αγορών.
Παρά ταύτα, το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα αυξάνεται, ενώ η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από το Πεκίνο για κρίσιμες πρώτες ύλες. Η Κίνα έχει ήδη χρησιμοποιήσει τον έλεγχό της σε τέτοιους πόρους ως μοχλό πίεσης σε εμπορικές διαμάχες, όπως με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.
Σε δείπνο των Ευρωπαίων ηγετών συμφωνήθηκε να συνεχιστούν οι συνομιλίες με την Κίνα και να ενισχυθούν τα εργαλεία προστασίας του εμπορίου και της βιομηχανίας της ΕΕ.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε επίσης ότι η Επιτροπή θα εξετάσει νέα εργαλεία, όπως μηχανισμούς «διαφοροποίησης», ώστε οι εταιρείες να μειώσουν τους εμπορικούς κινδύνους. Τόνισε επίσης ότι η ΕΕ πρέπει να χρησιμοποιεί πιο ενεργά τα ήδη υπάρχοντα μέσα της.
Οι νέες ευρωπαϊκές πολιτικές θα είναι θεωρητικά ουδέτερες ως προς τις χώρες, όμως Ευρωπαίοι διπλωμάτες αναγνωρίζουν ότι στην πράξη στόχος είναι η Κίνα, λόγω των επιδοτήσεων και της χαμηλής συναλλαγματικής ισοτιμίας που, όπως λένε, λειτουργούν σαν οικονομική πίεση προς την Ευρώπη.

Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα εκτοξεύτηκε σε νέο ρεκόρ, φτάνοντας τα 360 δισ. ευρώ το 2025 (περίπου 413 δισ. δολάρια) και αναμένεται να αγγίξει τα 400 δισ. ευρώ μέσα στη χρονιά. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη εμφανίζεται όλο και πιο επιφυλακτική απέναντι στη στήριξη του Πεκίνου προς τη Ρωσία στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν κάλεσε πρόσφατα για νέα εμπορικά μέτρα που θα θυμίζουν το Section 301 των ΗΠΑ, έναν νόμο που επιτρέπει στην αμερικανική κυβέρνηση να επιβάλλει δασμούς όταν θεωρεί ότι υπάρχουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Στη Γερμανία, ο κλάδος των μηχανημάτων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής. Μετά από δεκαετίες ισχυρών πωλήσεων στην Κίνα, οι γερμανικές εξαγωγές χάνουν μερίδιο αγοράς, ενώ οι κινεζικές εταιρείες κατακλύζουν την εγχώρια αγορά, σύμφωνα με τον Στέφαν Ρίκτμπεργκ της VDMA.
Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία έχει χάσει περίπου το ένα έβδομο του εργατικού της δυναμικού από το 2019, σύμφωνα με την Ernst & Young. Παράλληλα, έκθεση της γαλλικής κυβέρνησης εκτιμά ότι έως και το 55% της ευρωπαϊκής βιομηχανικής παραγωγής θα μπορούσε να απειληθεί μεσοπρόθεσμα, αν συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση με την Κίνα.
Ωστόσο, οι διαφωνίες μέσα στην ΕΕ είναι έντονες ως προς το πόσο γρήγορα και πόσο σκληρά πρέπει να αντιδράσει η Ευρώπη. Προηγούμενες προσπάθειες περιορισμού του εμπορικού ρίσκου έχουν συχνά «κολλήσει», καθώς χώρες όπως η Γερμανία και η Ισπανία εξακολουθούν να βλέπουν οφέλη από τις σχέσεις με το Πεκίνο. Μάλιστα, ένα εργαλείο κατά του εξαναγκασμού που θα επέτρεπε γρήγορη επιβολή δασμών ή περιορισμών δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε την Κίνα πιθανό «σύμμαχο».
Η Γερμανία παίζει καθοριστικό ρόλο σε μια ενιαία ευρωπαϊκή στάση, όμως η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς παραμένει επιφυλακτική απέναντι σε έναν πιθανό εμπορικό πόλεμο.
Κατά τη διάρκεια δείπνου των Ευρωπαίων ηγετών, ο Μερτς φέρεται να υποστήριξε τόσο την ανάγκη ευρωπαϊκής απάντησης στις εμπορικές πρακτικές της Κίνας όσο και την ανάγκη προσοχής στον τρόπο αντίδρασης, σύμφωνα με διπλωμάτες της ΕΕ.
Αναλυτές τονίζουν ότι η Γερμανία πρέπει να αποφασίσει αν θα επιτρέψει σε μεγάλες πολυεθνικές να επηρεάζουν την πολιτική, με στόχο να διατηρήσουν κέρδη από την Κίνα, παρά τα σημάδια οικονομικής ζημιάς.
Από την πλευρά της, η Κίνα θα μπορούσε να απαντήσει με έρευνες κατά διακρίσεων και ελέγχους στις εφοδιαστικές αλυσίδες, αν η ΕΕ δημιουργήσει νέα εργαλεία εμπορικής άμυνας, σύμφωνα με κινεζικά κρατικά μέσα.
Το Πεκίνο παραμένει επίσης εξαρτημένο από την Ευρώπη, καθώς αντιμετωπίζει οικονομική επιβράδυνση στο εσωτερικό και αυξημένους εμπορικούς περιορισμούς από τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό η ευρωπαϊκή αγορά παραμένει κρίσιμη.
Η ΕΕ έχει προσπαθήσει ξανά να περιορίσει την Κίνα, όπως με δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Όμως οι διαδικασίες ήταν αργές και τα αποτελέσματα περιορισμένα: οι εισαγωγές EV μειώθηκαν αρχικά, αλλά στη συνέχεια αυξήθηκαν οι εισαγωγές υβριδικών, δείχνοντας πόσο δύσκολη είναι η αντιμετώπιση της κινεζικής στρατηγικής.
«Επιδοτούν συστηματικά τη βιομηχανία τους και εμείς προσπαθούμε να αντιμετωπίζουμε ένα προϊόν τη φορά», σχολίασε ο Ρίκτμπεργκ της VDMA.
