Οι Αμερικανοί Πιέζονται Από Τα Χρέη Των Πιστωτικών Καρτών
Τα υψηλά επιτόκια και ο επίμονος πληθωρισμός έχουν οδηγήσει τις καθυστερήσεις πληρωμών στα υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, καθώς όλο και περισσότεροι καταφεύγουν στον δανεισμό για να καλύψουν βασικές ανάγκες.

Μετά από μια γεμάτη ημέρα δουλειάς ως διευθύντρια λειτουργιών σε μεγάλο νοσοκομείο της Νέας Αγγλίας, η Κάθριν Κλαρκ ξαγρυπνούσε τα βράδια αναρωτώμενη πού έκανε λάθος.
Παρά τον ετήσιο μισθό της, που έφτανε τα 194.000 δολάρια, το υπόλοιπο στην πιστωτική της κάρτα είχε ανέβει στα 15.000 δολάρια. Μπορούσε να καλύπτει την ελάχιστη μηνιαία δόση των 572 δολαρίων, όμως με επιτόκιο 26% το χρέος μειωνόταν ελάχιστα.
Όπως πολλοί Αμερικανοί, η 42χρονη Κλαρκ έφτασε στα οικονομικά της όρια εξαιτίας του συνδυασμού της ακρίβειας και των υψηλότερων επιτοκίων των τελευταίων δεκαετιών. Για να εξοικονομήσει χρήματα απέφευγε τις εξόδους με φίλους, ενώ σκέφτηκε ακόμη και να αναλάβει δεύτερη δουλειά ως υπάλληλος υποδοχής στο γυμναστήριό της. Συχνά φανταζόταν ότι θα της συνέβαινε κάτι κακό και οι γονείς της θα ανακάλυπταν τα ολοένα αυξανόμενα χρέη της από πιστωτικές κάρτες.
«Έμοιαζε πολύ με μια μάχη με το βάρος», είπε η Κλαρκ. «Δεν συμβαίνει από τη μία μέρα στην άλλη. Γίνεται σιγά-σιγά και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει».
Το πρώτο τρίμηνο του έτους, το ποσοστό των οφειλών από πιστωτικές κάρτες που παρέμεναν απλήρωτες για τουλάχιστον 90 ημέρες έφτασε το 13,12%, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε τον Μάιο η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών και το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί μετά την περίοδο που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Το συνολικό χρέος των Αμερικανών από πιστωτικές κάρτες έφτασε τα 1,25 τρισ. δολάρια το πρώτο τρίμηνο του έτους, σύμφωνα με τη Fed της Νέας Υόρκης, από 1,18 τρισ. δολάρια την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο πρώτου τριμήνου από το 1999, όταν άρχισε να καταγράφεται το συγκεκριμένο στοιχείο.
Ο Τραμπ, έχει υποβαθμίσει τις οικονομικές πιέσεις που προκαλεί η άνοδος των τιμών. Ερωτηθείς νωρίτερα αυτόν τον μήνα αν η οικονομική κατάσταση των Αμερικανών αποτέλεσε κίνητρο για τον τερματισμό της σύγκρουσης με το Ιράν, απάντησε ότι δεν έπαιξε «ούτε τον παραμικρό ρόλο».
Ωστόσο, οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο βρίσκονται αντιμέτωποι με την αυξανόμενη ανησυχία των ψηφοφόρων για την οικονομία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με έρευνα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ σε τράπεζες που εκδίδουν πιστωτικές κάρτες, το μέσο επιτόκιο των καρτών αυξήθηκε στο 21% τον Φεβρουάριο, από 14,6% τον Φεβρουάριο του 2022.
Παράλληλα, στοιχεία που συγκέντρωσε ο οικονομολόγος Μπρένο Μπράγκα του ερευνητικού οργανισμού Urban Institute δείχνουν ότι το 5,6% των κατόχων πιστωτικών καρτών βρέθηκαν πέρυσι με καθυστερήσεις πληρωμών άνω των 60 ημερών, ξεπερνώντας τα επίπεδα πριν από την πανδημία.
Η ανάλυσή του δείχνει επίσης ότι τα τελευταία δύο χρόνια το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2018, τόσο στις κοινότητες χαμηλού εισοδήματος όσο και στις μεσαίες και υψηλότερες εισοδηματικές τάξεις.

«Όταν τα τρόφιμα, η στέγαση και η υγειονομική περίθαλψη γίνονται ακριβότερα, μένουν λιγότερα χρήματα για την αποπληρωμή της πιστωτικής κάρτας», δήλωσε ο Μπρένο Μπράγκα. «Έτσι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναγκάζονται να κάνουν δύσκολες επιλογές. Δεν θέλουν να χάσουν το σπίτι ή το αυτοκίνητό τους και πρέπει να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους. Συνήθως, η πιστωτική κάρτα είναι η πρώτη υποχρέωση που αφήνουν πίσω».
Οι Αμερικανοί που δυσκολεύονται να διαχειριστούν τα χρέη τους καταφεύγουν μαζικά σε οργανισμούς οικονομικής συμβουλευτικής. Το Εθνικό Ίδρυμα Πιστωτικής Συμβουλευτικής (NFCC), ένα δίκτυο μη κερδοσκοπικών οργανισμών που βοηθά πολίτες να μειώσουν τα χρέη από πιστωτικές κάρτες, ανακοίνωσε ότι τον Ιανουάριο εξυπηρέτησε 24% περισσότερους πελάτες σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Σε σύγκριση με το 2018, ο μέσος μηνιαίος αριθμός πελατών είναι αυξημένος κατά 60%.
Χρέη Που Ξεφεύγουν Από Τον Έλεγχο
Η Μελίσα Μέγκισον, βοηθός σε ιατρικό κέντρο από το Μέιν, είναι μία από αυτούς τους ανθρώπους. Για χρόνια κατάφερνε να διατηρεί σχεδόν μηδενικά υπόλοιπα στις πιστωτικές της κάρτες. Η ίδια κέρδιζε περίπου 65.000 δολάρια τον χρόνο, ενώ ο τότε σύζυγός της περίπου 70.000 δολάρια εργαζόμενος σε ναυπηγείο. Όπως λέει, χρησιμοποιούσαν τις κάρτες μόνο για καύσιμα, ψώνια από το σούπερ μάρκετ και έκτακτα κτηνιατρικά έξοδα για τα τέσσερα σκυλιά τους.
Έτσι κατάφερναν να αποπληρώνουν άλλες υποχρεώσεις, όπως 7.000 δολάρια σε ληξιπρόθεσμους φόρους, τα υπόλοιπα έξοδα από μια επέμβαση γαστρικής παράκαμψης που είχε κάνει το 2016 και τη στεγαστική δόση των 1.250 δολαρίων τον μήνα.
Όταν το ζευγάρι χώρισε το 2023, η οικονομική της σταθερότητα κατέρρευσε. Για πρώτη φορά έπειτα από 30 χρόνια βρέθηκε να ζει μόνη και άρχισε να χρησιμοποιεί τις πιστωτικές κάρτες για αγορές που τη βοηθούσαν ψυχολογικά, όπως εξοπλισμό ζαχαροπλαστικής για το νέο της χόμπι και καινούργια ρούχα μετά την απώλεια βάρους. Παράλληλα, άρχισε να χρεώνει στις κάρτες ακόμη και την τροφή των σκύλων και τις επισκέψεις στον κτηνίατρο.
Το επιτόκιο σε μία από τις κάρτες της έφτασε το 29%. Κάθε φορά που καθυστερούσε μια πληρωμή, τα πρόστιμα έκαναν ακόμη πιο δύσκολη την κάλυψη της ελάχιστης δόσης.
Μέσα σε μόλις εννέα μήνες, το χρέος της από πιστωτικές κάρτες εκτινάχθηκε σε περισσότερα από 20.000 δολάρια. Οι καθυστερήσεις και οι επιβαρύνσεις ανέβασαν την ελάχιστη μηνιαία δόση της κάρτας της στα 1.600 δολάρια.
Την ίδια στιγμή δεχόταν ασταμάτητα τηλεφωνήματα από εισπρακτικές εταιρείες. «Δεν σταματούν να τηλεφωνούν», είπε. «Νομίζω ότι με καλούσαν σχεδόν κάθε ώρα, στη δουλειά και στο σπίτι. Όμως απλά δεν είχα τα χρήματα».
Σύμφωνα με στοιχεία εταιρειών πιστοληπτικής αξιολόγησης, οι Αμερικανοί έχουν κατά μέσο όρο χρέη από πιστωτικές κάρτες που κυμαίνονται μεταξύ 6.500 και 6.700 δολαρίων. Παράλληλα, αυξάνεται το ποσοστό των κατόχων καρτών με οφειλές άνω των 10.000 δολαρίων σε όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες.
Τα στοιχεία του Urban Institute δείχνουν ότι το 2024 το 17% των κατόχων καρτών σε περιοχές χαμηλού εισοδήματος είχε χρέη άνω των 10.000 δολαρίων. Το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 20% στις μεσαίες εισοδηματικά περιοχές και το 25% στις περιοχές με υψηλότερα εισοδήματα.

Το Εθνικό Ίδρυμα Πιστωτικής Συμβουλευτικής δημοσιεύει κάθε τρίμηνο μια πρόβλεψη για το οικονομικό στρες των νοικοκυριών, η οποία εκτιμά τον κίνδυνο καθυστερήσεων στις πληρωμές πιστωτικών καρτών με βάση στοιχεία από οργανισμούς οικονομικής συμβουλευτικής. Τα επίπεδα κινδύνου που καταγράφηκαν τους τελευταίους 12 μήνες είναι τα υψηλότερα από το 2022, όταν ξεκίνησε η συγκεκριμένη έρευνα.
Ιδιαίτερα τα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης δυσκολεύονται να μειώσουν τα χρέη τους, καθώς όλο και περισσότερες οικογένειες στρέφονται σε αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «χρέος επιβίωσης» — δηλαδή δανεισμό για την κάλυψη βασικών αναγκών της καθημερινότητας, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του οργανισμού, Μπρους ΜακΚλάρι.
Στην περίπτωση της Μελίσα Μέγκισον, οι ατελείωτοι λογαριασμοί, τα συνεχή τηλεφωνήματα από εισπρακτικές εταιρείες και η ψυχολογική πίεση του διαζυγίου δημιούργησαν μια αφόρητη κατάσταση. Τον Αύγουστο του 2024, όπως η ίδια αποκάλυψε, αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της. Τρομοκρατημένη, επικοινώνησε με μια φίλη της, η οποία κάλεσε τις πρώτες βοήθειες. Η Μέγκισον νοσηλεύτηκε για μία εβδομάδα.
Όταν πήρε εξιτήριο, πούλησε το σπίτι της και χρησιμοποίησε περίπου 100.000 δολάρια από τα έσοδα για να εξοφλήσει το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών της, εκτός από τα χρέη στις πιστωτικές κάρτες. Ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που συνεργάζεται με εταιρείες πιστωτικών καρτών για τη μείωση επιτοκίων και δόσεων τη βοήθησε να καταρτίσει πρόγραμμα αποπληρωμής. Έκτοτε έχει εξοφλήσει περίπου το μισό χρέος της, καταβάλλοντας 586 δολάρια τον μήνα.
Σήμερα έχει ξαναπαντρευτεί και έχει αποφασίσει να μην χρησιμοποιεί πλέον πιστωτικές κάρτες, αν και ο σύζυγός της διατηρεί μία μόνο για έκτακτες ανάγκες. Το ζευγάρι καταφέρνει οριακά να καλύπτει το ενοίκιο των 2.500 δολαρίων για το σπίτι όπου διαμένει και αναζητά μια μικρότερη κατοικία ώστε να περιορίσει τα έξοδά του.
Παρόμοια είναι και η ιστορία του Ντάνιελ Χοστ, ο οποίος τότε είχε ετήσιο εισόδημα περίπου 40.000 δολάρια. Χρησιμοποιούσε τις τρεις πιστωτικές του κάρτες για να καλύπτει τα κενά μέχρι να πληρωθεί από την εκκλησία όπου εργαζόταν. Βενζίνη, ψώνια από το σούπερ μάρκετ, ένα καινούργιο σετ σεντόνια ή μια περιστασιακή έξοδος με φίλους ήταν μερικές από τις δαπάνες που περνούσε στις κάρτες.
Ο ίδιος, επαγγελματίας οργανίστας με κλασική μουσική εκπαίδευση, που παράλληλα συμμετείχε σε τοπικές ορχήστρες και παρέδιδε μαθήματα πιάνου, θεωρούσε ότι τα έξοδά του δεν ήταν υπερβολικά. Άλλωστε, δεν πλήρωνε ενοίκιο, καθώς διέμενε σε κατοικία που παρείχε η εκκλησία.
Προσπαθούσε να διαχειριστεί τις οφειλές του εναλλάσσοντας τις πληρωμές μεταξύ των καρτών. Τον έναν μήνα κατέβαλλε κάτι παραπάνω από την ελάχιστη δόση στη μία κάρτα και τον επόμενο έκανε το ίδιο σε κάποια άλλη. Ωστόσο, καθώς τα επιτόκια ανέβηκαν στο 24%-26%, τα χρέη συνέχισαν να αυξάνονται αντί να μειώνονται.
«Ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι ισορροπίας», είπε. «Έβλεπα το χρέος να μεγαλώνει, παρότι συνέχιζα να πληρώνω».
Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Σκοτ Σου, ο οποίος μελετά τη χρήση των πιστωτικών καρτών, μεγάλο ποσοστό των καταναλωτών διατηρεί μόνιμα υπόλοιπα στις κάρτες του. Όταν τα επιτόκια αυξάνονται απότομα, όσοι έχουν ήδη υψηλά χρέη δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση.
«Αν πληρώνεις μόνο την ελάχιστη δόση κάθε μήνα, είναι πολύ πιθανό να μην καταφέρεις ποτέ να εξοφλήσεις το χρέος της πιστωτικής κάρτας», προειδοποιεί ο Σου.
Ο Ντάνιελ Χοστ και ο σύζυγός του, ο οποίος τότε φοιτούσε σε σχολή νοσηλευτικής, προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να αυξήσουν τα εισοδήματά τους ώστε να αποπληρώσουν τα χρέη από πιστωτικές κάρτες, τα οποία είχαν φτάσει τις 20.000 δολάρια. Η οικονομική πίεση άρχισε να δοκιμάζει σοβαρά τη σχέση τους.
«Κάθε συζήτηση κατέληγε σε έναν εξονυχιστικό έλεγχο για το παραμικρό που είχαμε αγοράσει ποτέ», θυμάται ο ίδιος.
Σταδιακά απομακρύνθηκε από τους φίλους του, βρίσκοντας δικαιολογίες για να αποφεύγει εξόδους και γεύματα, εκτός αν κάποιος προσφερόταν να πληρώσει. Οι εντάσεις γύρω από τα χρέη συνέβαλαν τελικά στον χωρισμό του ζευγαριού.
Όσα επιπλέον μουσικά μεροκάματα κι αν αναλάμβανε, δεν κατάφερνε να μειώσει ουσιαστικά τα χρέη του. Όπως λέει, ένας γιατρός τού συνταγογράφησε αντικαταθλιπτικά και αγχολυτικά, ενώ υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκε ακόμη και την αυτοκτονία.
Κάποια στιγμή αποφάσισε αυθόρμητα να δεχθεί δουλειά σε έναν τοπικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό που βοηθά πολίτες χαμηλού εισοδήματος να συγκεντρώνουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για να λάβουν κρατική βοήθεια σε τρόφιμα και στέγαση. Ο μισθός του αυξήθηκε αρχικά κατά 20.000 δολάρια και αργότερα κατά ακόμη 30.000 δολάρια, όταν ανέλαβε τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή. Παράλληλα, ξεκίνησε μια νέα σχέση.
Παρότι η ζωή του βελτιωνόταν, συνέχιζε να κουβαλά το χρέος σαν ένα αόρατο βάρος. Ένα βράδυ, καθισμένος στον καναπέ του νέου συντρόφου του, αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά για το πρόβλημά του. Προς έκπληξή του, ο σύντροφός του αποκάλυψε ότι και ο ίδιος είχε περίπου 12.000 δολάρια χρέος από πιστωτικές κάρτες και ότι είχε ήδη ξεκινήσει πρόγραμμα διαχείρισης οφειλών μέσω ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού. Ο Ντάνιελ αποφάσισε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Ο οργανισμός διαπραγματεύτηκε με τις εταιρείες καρτών και πέτυχε τη μείωση των επιτοκίων του στο 6%. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια κατάφερε να εξοφλήσει πλήρως τις οφειλές του.
Σήμερα το ζευγάρι είναι παντρεμένο και έχει αγοράσει το δικό του σπίτι. Η μηνιαία δόση του στεγαστικού τους δανείου ανέρχεται σε 1.900 δολάρια. Διατηρούν ακόμη δύο πιστωτικές κάρτες — μία για έκτακτες ανάγκες και μία για προαιρετικές δαπάνες, τις οποίες προσπαθούν να περιορίζουν. Κάποια στιγμή το υπόλοιπο έφτασε τις 11.000 δολάρια, αλλά πλέον έχει μειωθεί στις 6.000.
Ο Ντάνιελ λέει ότι αισθάνεται πλέον απελευθερωμένος από το βάρος των χρεών, ωστόσο οι οικονομικές ανησυχίες δεν έχουν εξαφανιστεί. Ο σύζυγός του εξακολουθεί να αποπληρώνει παλαιότερες οφειλές και οι δυο τους προσπαθούν συνεχώς να περιορίζουν τα έξοδά τους ώστε να μη βρεθούν ξανά στην ίδια θέση.
«Τι θα συμβεί αν χαθεί έστω και ένας μισθός;» αναρωτιέται. «Από τότε που αποκτήσαμε σπίτι το συζητάμε συχνά. Τα έξοδα είναι μεγάλα. Τι θα κάνουμε αν προκύψει κάποιο σοβαρό απρόοπτο;»
Ανάλογη πορεία ακολούθησε και η Κάθριν Κλαρκ, η οποία κατάφερε επίσης να εξοφλήσει το χρέος της. Αρχικά τη βοήθησε ένα πρόγραμμα συμβουλευτικής για οφειλέτες στο οποίο εντάχθηκε πέρυσι και αργότερα ένα μπόνους που έλαβε από την εργασία της τον Δεκέμβριο.
Η εμπειρία, ωστόσο, την έχει επηρεάσει βαθιά. Περιόρισε τη συνδρομή της στο γυμναστήριο, αγόρασε καφετιέρα για να σταματήσει τις καθημερινές αγορές καφέ απ' έξω και πλέον φροντίζει να εξοφλεί το υπόλοιπο της κάρτας της αμέσως μόλις κατατίθεται ο μισθός της στον τραπεζικό λογαριασμό.
