Η Εξωστρέφεια Της Γερμανίας Γίνεται Αδυναμία
Η Γερμανία, που κάποτε ήταν πρώτη στον κόσμο στις εξαγωγές, παραμένει στάσιμη από πριν την πανδημία του Covid-19.

Η γερμανική οικονομία, που για δεκαετίες αποτελούσε πρότυπο χάρη στην εξωστρέφεια και τις εξαγωγές της, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια δύσκολη πραγματικότητα. Το μοντέλο που της χάρισε σχεδόν είκοσι χρόνια συνεχούς ανάπτυξης και την έκανε έναν από τους μεγαλύτερους κερδισμένους της παγκοσμιοποίησης, έχει αρχίσει πλέον να λειτουργεί εις βάρος της.
Η Κίνα, που κάποτε απορροφούσε μεγάλες ποσότητες γερμανικών προϊόντων, έχει εξελιχθεί σε έναν πανίσχυρο βιομηχανικό ανταγωνιστή. Παράγει πολλά από τα ίδια προϊόντα σε πολύ χαμηλότερο κόστος και, σε αρκετές περιπτώσεις, με αντίστοιχη ή και καλύτερη ποιότητα. Τα κινεζικά προϊόντα δεν κατακλύζουν μόνο την ευρωπαϊκή αγορά, αλλά εκτοπίζουν και τις γερμανικές επιχειρήσεις σε πολλές χώρες του κόσμου.
Ταυτόχρονα, η Γερμανία αποδείχθηκε ευάλωτη απέναντι στον αυξανόμενο προστατευτισμό. Οι περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο δυσκολεύουν την πρόσβαση των επιχειρήσεών της σε κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες, ενώ η οικονομία της δέχεται συνεχώς πιέσεις από εξωτερικές εξελίξεις, όπως η άνοδος των τιμών της ενέργειας λόγω του πολέμου με το Ιράν και οι δασμοί που επέβαλε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Όπως σημειώνει ο επικεφαλής οικονομολόγος της κρατικής αναπτυξιακής τράπεζας KfW, Ντιρκ Σουμάχερ, η Γερμανία ήταν από τους μεγάλους ωφελημένους της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, οι στενές οικονομικές σχέσεις μεταξύ χωρών μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν ως μέσο πίεσης. Σε έναν κόσμο όπου οι διεθνείς κανόνες δεν θεωρούνται πλέον δεδομένοι, η μεγάλη εξάρτηση από το παγκόσμιο εμπόριο μπορεί να μετατραπεί σε αδυναμία.
Ένα πρόσφατο παράδειγμα ήταν η απόφαση των ΗΠΑ να σταματήσουν τις εξαγωγές των πιο προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης της Anthropic προς την Ευρώπη για λόγους εθνικής ασφάλειας. Αυτό άφησε τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν AI σε δυσμενέστερη θέση απέναντι στους αμερικανικούς ανταγωνιστές τους.

Παράλληλα, η απόφαση της Κίνας να περιορίσει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών, στο πλαίσιο της εμπορικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ, δημιούργησε νέα προβλήματα στη γερμανική βιομηχανία, επηρεάζοντας από την αυτοκινητοβιομηχανία μέχρι την αμυντική παραγωγή.
Η κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς προσπαθεί να δώσει ώθηση στην οικονομία με φορολογικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις, χαμηλότερες τιμές ενέργειας και αυξημένες δαπάνες για άμυνα και υποδομές. Ωστόσο, μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα είναι περιορισμένα, καθώς το διεθνές περιβάλλον παραμένει ιδιαίτερα δύσκολο. Παράλληλα, το Βερολίνο ανακοίνωσε ότι θα αυξήσει σταδιακά το όριο συνταξιοδότησης από τα 67 στα 70 χρόνια, με στόχο να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και να μειώσει τις πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.
Παρά το γεγονός ότι η ανεργία και το δημόσιο χρέος παραμένουν σχετικά χαμηλά, οι περισσότεροι οικονομικοί δείκτες δεν είναι ενθαρρυντικοί. Η ανάπτυξη της οικονομίας αναμένεται να κινηθεί φέτος γύρω στο 1% ή και χαμηλότερα, ενώ από το 2019 η Γερμανία αναπτύσσεται πιο αργά από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Οι επενδύσεις έχουν μειωθεί από το 2020, την ώρα που σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία αυξάνονται. Παράλληλα, οι θέσεις εργασίας στη μεταποίηση έχουν περιοριστεί στα 6,6 εκατομμύρια, το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.
Οι διεθνείς κρίσεις έχουν επίσης ανατρέψει τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αφήσει προσωρινά στην άκρη τη μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους και να επικεντρωθεί στη στήριξη των πολιτών απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Παρόμοια περίοδο δυσκολιών είχε ζήσει η Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν προσπαθούσε ακόμη να διαχειριστεί το κόστος της επανένωσης. Τότε, η κυβέρνηση του Γκέρχαρντ Σρέντερ προχώρησε σε βαθιές μεταρρυθμίσεις, μειώνοντας τα επιδόματα ανεργίας, δίνοντας μεγαλύτερη ευελιξία στις επιχειρήσεις και μειώνοντας τους φόρους. Μέσα σε λίγα χρόνια η ανεργία υποχώρησε, οι εξαγωγές εκτοξεύθηκαν και η Γερμανία έγινε για έξι συνεχόμενα χρόνια η μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη στον κόσμο.
Σήμερα, όμως, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η κατάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη. Ακόμη και αν η Γερμανία ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της, δεν είναι βέβαιο ότι οι ξένοι καταναλωτές θα επιστρέψουν μαζικά στα γερμανικά αυτοκίνητα, τα ιατρικά μηχανήματα ή τα βιομηχανικά προϊόντα που πλέον μπορούν να βρουν και αλλού. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, είναι σαν να προσπαθείς να αντλήσεις νερό από ένα πηγάδι που έχει στερέψει.
Επιπλέον, η τεχνητή νοημοσύνη θεωρείται πλέον κρίσιμος παράγοντας για το μέλλον της οικονομίας. Σύμφωνα με την Κάταρινα Έρχαρντ από το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου, η AI δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα εργαλείο παραγωγής, αλλά μια τεχνολογία που θα επηρεάσει κάθε τομέα της οικονομίας. Γι' αυτό, όπως υποστηρίζει, η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει στην ανάπτυξή της και όχι μόνο στην προστασία των παραδοσιακών βιομηχανιών.

Οι ειδικοί θεωρούν ότι η Γερμανία πρέπει να κινηθεί σε τρεις βασικές κατευθύνσεις: να εξασφαλίσει περισσότερες πηγές για κρίσιμες πρώτες ύλες, να διευκολύνει τη χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων ώστε να εξελιχθούν σε μεγάλες εταιρείες και να προστατεύσει την αγορά της από τις ιδιαίτερα φθηνές κινεζικές εισαγωγές.
Σήμερα, το 10% έως 30% της αξίας των προϊόντων που κατασκευάζονται στη Γερμανία εξαρτάται από εισαγόμενες πρώτες ύλες, όπως ο χαλκός και το λίθιο. Αν και η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει ειδικό ταμείο για τη χρηματοδότηση νέων πηγών προμήθειας, οι προσπάθειες βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο.
Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση των επενδύσεων σε καινοτόμες επιχειρήσεις, μέσω φορολογικών κινήτρων και της συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων, θα μπορούσε να δώσει νέα ώθηση στην οικονομία, ακολουθώντας το παράδειγμα χωρών όπως η Σουηδία και η Γαλλία.
Παρότι η Γερμανία εμφανίζεται πλέον πιο θετική στις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιορισμό των επιδοτούμενων κινεζικών εισαγωγών, αρκετές γερμανικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να εξαρτώνται σημαντικά από κινεζικά προϊόντα και πρώτες ύλες. Αυτό σημαίνει ότι το Βερολίνο δεν είναι ακόμη έτοιμο να αντιμετωπίσει χωρίς κόστος μια πιθανή αντίδραση του Πεκίνου.
Όπως καταλήγει ο Ντιρκ Σουμάχερ, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της γερμανικής οικονομίας είναι αναγκαία, αλλά απαιτεί χρόνο. Και όσο αυτή η διαδικασία καθυστερεί, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να χαθεί πολύτιμη βιομηχανική τεχνογνωσία και παραγωγική δραστηριότητα.
