65+; Η Γενιά που Κρατά τα Ηνία της Οικονομίας
Οι ηλικιωμένοι είναι σωματικά και οικονομικά πιο υγιείς από ποτέ. Τότε γιατί οι ανάγκες τους συνεχίζουν να έχουν προτεραιότητα έναντι των νεότερων γενεών;

Οι δημογραφικές αλλαγές, η αύξηση των εταιρικών κερδών και η εκτόξευση των αξιών στα περιουσιακά στοιχεία έχουν φέρει μια αθόρυβη αλλά βαθιά αλλαγή στην αμερικανική οικονομία. Ένα μεγάλο κομμάτι της βρίσκεται πλέον στα χέρια των ηλικιωμένων.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, στο τρίτο τρίμηνο του περασμένου έτους οι πολίτες ηλικίας 70 ετών και άνω κατείχαν περίπου το 39% όλων των μετοχών και των αμοιβαίων κεφαλαίων που βρίσκονται στα χέρια των νοικοκυριών. Το 2007 το ποσοστό αυτό ήταν 22%. Το μερίδιό τους στον συνολικό καθαρό πλούτο —δηλαδή στα περιουσιακά στοιχεία μείον τα χρέη— έφτασε το 32%, από 20% που ήταν πριν από είκοσι χρόνια.
Από μια άποψη, αυτά είναι καλά νέα. Δεν υπήρξε ποτέ καλύτερη περίοδος στην Αμερική για να είναι κανείς ηλικιωμένος. Την ίδια στιγμή, όμως, τα στοιχεία αυτά φέρνουν στην επιφάνεια μια αντίφαση στις εθνικές προτεραιότητες. Συνεχίζουμε να κατευθύνουμε πόρους ώστε οι μεγαλύτερες ηλικίες να ζουν όλο και πιο άνετα, ενώ οι βασικές πιέσεις της οικονομίας βρίσκονται αλλού.
Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας, άρα δεν ανησυχούν μήπως χάσουν τη δουλειά τους από την τεχνητή νοημοσύνη. Στην πλειονότητά τους διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, συχνά χωρίς στεγαστικό δάνειο. Τα έξοδα υγείας απασχολούν τους πάντες, όμως οι ηλικιωμένοι καλύπτονται από το δημόσιο πρόγραμμα Medicare. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό για τις νεότερες γενιές, που βρίσκονται αντιμέτωπες με ανασφάλεια στην εργασία, ακριβή στέγη και λιγότερη κρατική προστασία.

Πώς αυξήθηκε ο πλούτος των ηλικιωμένων
Ο πλούτος συνήθως αυξάνεται όσο μεγαλώνει κανείς. Έτσι, οι άνθρωποι που φτάνουν στη συνταξιοδότηση έχουν πολύ περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από τις νεότερες γενιές — κάτι που καταγράφεται στα στοιχεία της Fed ήδη από το 1989. Στο μεταξύ, η άνοδος στις τιμές των ακινήτων και των μετοχών ωφέλησε όλους όσοι αποταμίευαν, αλλά ιδιαίτερα εκείνους που αγόρασαν το πρώτο τους σπίτι ή επένδυσαν στο χρηματιστήριο τη δεκαετία του 1980, σύμφωνα με έρευνα του οικονομολόγου του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Έντουαρντ Γουλφ. Με απλά λόγια, επωφελήθηκαν από μια μακροχρόνια μετατόπιση της οικονομίας που ευνόησε περισσότερο το κεφάλαιο παρά την εργασία.
Το 2022, η μέση καθαρή περιουσία ενός ατόμου ηλικίας 65 έως 74 ετών έφτανε τα 1,8 εκατ. δολάρια — αύξηση 178% σε σχέση με την ίδια ηλικιακή ομάδα το 1989, αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός.
Αυτό που κάνει τον πλούτο των σημερινών συνταξιούχων πραγματικά εντυπωσιακό δεν είναι μόνο τα ποσά, αλλά και ο αριθμός τους. Από το 2008, όταν οι πρώτοι της γενιάς των baby boomers άρχισαν να λαμβάνουν Κοινωνική Ασφάλιση, το ποσοστό των Αμερικανών ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε από 13% σε 18% του πληθυσμού.
Φυσικά, άλλο πράγμα τα στατιστικά κι άλλο το πώς νιώθει ο καθένας. Οι μέσοι όροι επηρεάζονται από περιπτώσεις δισεκατομμυριούχων όπως ο Γουόρεν Μπάφετ και άλλοι σαν αυτόν. Η διάμεση περιουσία (δηλαδή το «τυπικό» ποσό) για την ηλικιακή ομάδα 65-74 το 2022 ήταν 410.000 δολάρια — λιγότερο από το ένα τέταρτο του μέσου όρου. Και υπάρχουν πολλοί που φτάνουν στα 65 με ελάχιστα ή και καθόλου χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Κι όμως, ακόμη κι αυτοί έχουν πλούτο αν τον μετρήσουμε συνολικά. Αν μετατρέψουμε τα οφέλη της Κοινωνικής Ασφάλισης σε σημερινή αξία, ο μέσος συνταξιούχος στα 65 του είχε το 2019 μια «ανταποδοτική παροχή» αξίας 305.000 δολαρίων, σύμφωνα με έρευνα της οικονομολόγου του Πανεπιστημίου Yale, Νάτασα Σάριν, και δύο συνεργατών της. Αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση 160% σε σχέση με το 1989, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό.

Οι συνταξιούχοι φυσικά έχουν πολύ χαμηλότερα εισοδήματα σε σχέση με όσους δουλεύουν και παίρνουν μισθό. Όμως, χάρη σε προγράμματα όπως η Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare, η φτώχεια μεταξύ των ηλικιωμένων είναι πολύ χαμηλότερη σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό. Σύμφωνα με την Απογραφή των ΗΠΑ, σχεδόν το 80% των ανθρώπων άνω των 65 ετών είναι ιδιοκτήτες σπιτιών — ποσοστό που παραμένει περίπου σταθερό εδώ και δύο δεκαετίες, ενώ η ιδιοκατοίκηση στις ηλικίες 35 έως 64 έχει μειωθεί.
Ο μέσος 65χρονος είναι επίσης πιο υγιής σε σχέση με τους συνομήλικούς του από προηγούμενη γενιά. Η προσδοκώμενη διάρκεια ζωής στα 65 έπεσε κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19, αλλά μέχρι το 2024 έφτασε σε νέο ρεκόρ, τα 19,7 χρόνια. Ο αριθμός των ηλικιωμένων με άνοια έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, όπως έχουν δείξει πολλές μελέτες.
Με λίγα λόγια, οι ηλικιωμένοι σήμερα είναι πιο υγιείς και οικονομικά ασφαλείς από ποτέ. Δεν είναι περίεργο που σε ένα έθνος γεμάτο απαισιόδοξους, αυτοί παραμένουν αισιόδοξοι.
Ένα γκρι αποτύπωμα στην αγορά εργασίας
Καθώς αυξάνεται το ποσοστό των ηλικιωμένων στον πληθυσμό και στον πλούτο, οι προτεραιότητες και οι προτιμήσεις τους επηρεάζουν όλο και περισσότερο την οικονομία. Αντιπροσωπεύουν ένα αυξανόμενο μερίδιο της κατανάλωσης. Μόνο ο τομέας της υγείας αντιστοιχούσε σε όλη την καθαρή αύξηση θέσεων εργασίας τους τελευταίους 12 μήνες, αντανακλώντας τις ανάγκες μιας γηράσκουσας κοινωνίας.
Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ ο πλούτος των συνταξιούχων μπορεί να χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της κατανάλωσης, οι εργαζόμενοι πρέπει να παράγουν ό,τι καταναλώνουν οι ηλικιωμένοι. Και σε σχέση με τους συνταξιούχους, ο αριθμός των εργαζομένων μειώνεται.
Μια λύση θα ήταν όλοι να δουλεύουν περισσότερο. Το 1983, το Κογκρέσο τροποποίησε την Κοινωνική Ασφάλιση ώστε η πλήρης ηλικία συνταξιοδότησης να αυξηθεί σταδιακά από τα 65 στα 67 έτη. Το ποσοστό συμμετοχής των ανθρώπων άνω των 65 στην αγορά εργασίας αυξανόταν σταδιακά μέχρι το 2020. Με την εμφάνιση της πανδημίας Covid-19 εκείνη τη χρονιά, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας έπεσε για όλες τις ηλικίες. Σύντομα επανήλθε για όσους ήταν κάτω των 65, αλλά όχι για τους άνω των 65. Αυτός είναι ένας λόγος που σήμερα ένα μικρότερο ποσοστό του πληθυσμού εργάζεται σε σχέση με το 2019. Η μείωση της μετανάστευσης θα εντείνει την τάση, καθώς οι μετανάστες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εργάζονται σε σχέση με τους γηγενείς.

Διαγενεακή ανισότητα
Πέρυσι, ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τεντ Κρουζ πρότεινε να λάβει κάθε νεογέννητο ένα «μερίδιο» στον καπιταλισμό μέσω ενός κρατικά χρηματοδοτούμενου λογαριασμού μετοχών αξίας 1.000 δολαρίων. Η πρόταση μπήκε στο μεγάλο νομοσχέδιο των Ρεπουμπλικάνων ως «Λογαριασμοί Τραμπ» και αποτελεί ένα μικρό βήμα για την αντιμετώπιση της ανισότητας πλούτου μεταξύ νέων και ηλικιωμένων.
Παρόλα αυτά, είναι ένα πολύ μικρό βήμα. Για σύγκριση, το 2019 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δαπάνησε πάνω από 29.000 δολάρια για κάθε άτομο 65 ετών και άνω μέσω Κοινωνικής Ασφάλισης, Medicare, συντάξεων δημοσίου και στρατιωτικών προγραμμάτων — πέντε φορές περισσότερο από ό,τι δαπανήθηκε για κάθε παιδί κάτω των 18 ετών. Αυτό προκύπτει από μελέτη των οικονομολόγων Μέλισσα Κίρνι και Λουκ Πάρντιου της Aspen Economic Strategy Group, στην οποία ανήκω. Μέχρι το 2023, οι δαπάνες για κάθε ηλικιωμένο είχαν αυξηθεί κατά 19% μετά τον πληθωρισμό, ενώ για κάθε παιδί μόλις κατά 2%.
Και τα δύο κόμματα συνεχίζουν να αυξάνουν τα προνόμια για τους μεγαλύτερους Αμερικανούς. Το 2022, τα προνόμια για βετεράνους επεκτάθηκαν με κόστος 277 δισεκατομμυρίων δολαρίων για 10 χρόνια. Το 2024, τα οφέλη της Κοινωνικής Ασφάλισης επεκτάθηκαν σε ορισμένους δημοτικούς υπαλλήλους με κόστος σχεδόν 200 δισεκατομμύρια δολάρια για μια δεκαετία. Κατόπιν εντολής του Τραμπ, το περσινό μεγάλο νομοσχέδιο περιλάμβανε επίσης φοροαπαλλαγή έως 6.000 δολαρίων για άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω.

Το κόστος καταβροχθίζει τον προϋπολογισμό. Οι ομοσπονδιακές δαπάνες για προγράμματα ηλικιωμένων αυξήθηκαν από 6,9% του ΑΕΠ το 2007 σε 9,4% πέρυσι και, σύμφωνα με προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, θα φτάσουν το 11,3% μέσα σε μια δεκαετία.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική απειλή για τη διαγενεακή ισορροπία. Τα προγράμματα για ηλικιωμένους, μαζί με τους τόκους, αποτελούν τον κύριο λόγο για το τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα. Μέχρι το 2032, η Κοινωνική Ασφάλιση δεν θα μπορεί να καταβάλει πλήρη οφέλη. Η διόρθωση του ελλείμματος και της Κοινωνικής Ασφάλισης απαιτεί κάποιο συνδυασμό υψηλότερων φόρων ή μειωμένων μελλοντικών παροχών, που όμως θα επηρεάσουν ελάχιστα τους σημερινούς ηλικιωμένους.
